Σάββατο, Απριλίου 23, 2016

ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΟΜΗΡΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟ



Αλέκος Τζιόλας


ΟΜΗΡΟΣ

Ο ΕΦΕΥΡΕΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΜΟΙΡΑΣ
Μια απόπειρα συγκριτικής ανίχνευσης του ανθρωπισμού του

[ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ]
 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΜΗΡΟΣ;


Θα ξεκινήσω την προσωπική αναζήτηση της «ταυτότητας» του Ομήρου από την ομολογία της πιο μεγάλης μου ντροπής: Τέλειωσα την πρώτη ανάγνωση των δύο έργων σε ηλικία 55 ετών, όντας φιλόλογος, εκπαιδευτικός και «ομογενής» του. Εξού και τρισδιάστατη η ντροπή μου. Κι αν ωθήθηκα στην ολοκλήρωση της πρώτης ανάγνωσης, αυτό δεν έγινε από λόγους επαγγελματικούς, για να είμαι, ας πούμε, επαρκέστερος στα διδακτικά μου καθήκοντα, ούτε από περιέργεια – γνώριζα μέσες άκρες τις υποθέσεις των δύο έργων - αλλά επειδή κατά τη διδασκαλία διαπίστωνα πως υπάρχει μέσα τους κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που με πληροφορούσανε τα σχολικά εγχειρίδια ή μου υποδεικνύανε οι υπηρεσιακοί μου καθοδηγητές. Αυτό το διαφορετικό ήταν που με παρακίνησε σε ηλικία καθόλου ενδεδειγμένη να τον διαβάσω ολόκληρο, για να δω με τα δικά μου μάτια τον ποιητή και να γράψω αυτά που εγώ βλέπω στο έργο του. Αυτός είναι και ο λόγος που η εργασία μου δεν έχει το χαρακτήρα επιστημονικής πραγματείας. Ούτε τα χρονικά περιθώρια είχα στα πενήντα πέντε μου να εντρυφήσω στη σχετική βιβλιογραφία, που δεν έχει τέλος, ούτε οι επαγγελματικές, οικογενειακές και άλλες υποχρεώσεις μου επιτρέπανε για κάτι τέτοιο ούτε τη συνήθεια ενασχόλησης με απανωτά διαβάσματα είχα ποτέ. Ανέκαθεν εμπειρικά κυρίως αντιμετώπιζα τα διάφορα θέματα, στα οποία έκανα κατά καιρούς δημόσιες παρεμβάσεις. Έβλεπα εξάλλου ότι δε βοηθιόμουνα. Τα σχετικά διαβάσματα με τραβούσανε έξω από την οπτική που εγώ είχα αρχίσει να διαμορφώνω μελετώντας το έργο του, η δε πορεία της απευθείας μελέτης του ερχόταν πάντα να επιβεβαιώνει την οπτική, μέσα από την οποία είχα αρχίσει να βλέπω τον ποιητή. Εκείνο όμως που κυρίως με καθήλωνε στη δική μου οπτική, παραβλέποντας των άλλων, ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής της Ιλιάδας παρουσίαζε το θάνατο είτε περιγράφοντάς τον με τον πιο ωμό τρόπο είτε επειδή πάντα είχε δυο καλά επιθανάτια λόγια να πει για τον καθένα που έχανε τη ζωή του. Μήπως και μόνο αυτά τα δύο γνωρίσματα περιγραφών θανάτου αντιβαίνουν στην προσωνυμία του ποιητή της Ιλιάδας ως επικού ποιητή; Αυτή η προσωπική μου ένσταση με παρακίνησε ν` ασχοληθώ με τον Όμηρο.
Η εικόνα που εμφανίζει ο ποιητής προς τα έξω είναι γνωστή. Τα σχολικά εγχειρίδια, τα οποία αποτελούν τη βάση μας στην εργασία αυτή,  την προβάλλουν σταθερά και δεν μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι η εικόνα τους βρίσκεται σε αναντιστοιχία με εκείνη που παρουσιάζουν κάθε φορά  οι νέες επιστημονικές προσεγγίσεις του έργου του. Πολύ περισσότερο τα μεταπολιτευτικά εγχειρίδια διατηρούν την αντιστοιχία. Ουσιαστικές διαφορές δεν υπάρχουν βέβαια μεταξύ τους. Ούτε και σ` εκείνο της Ιλιάδας του 2001[1] παρατηρείται κάποια διαφορά εκτός από την τόλμη να χαρακτηρίζει τον τρωικό πόλεμο «κατακτητικό» και «επιθετικό» πόλεμο των Ελλήνων κατά των Τρώων. Ίσως και η γρήγορη αντικατάστασή του από άλλο, που απαλείφει το χαρακτηρισμό, να οφειλόταν σ` αυτό.
Λόγω λοιπόν των ομοιοτήτων δε θεωρώ σκόπιμο να ανασύρω τις εισαγωγές των εγχειριδίων που κατά καιρούς έχει εκδώσει η ελληνική πολιτεία, για να καλύψει τις εκπαιδευτικές της ανάγκες. Μας αρκεί πιστεύω ο γενικός και κοινός τους χαρακτηρισμός ότι ο Όμηρος εκπροσωπεί την επική ποίηση, που κύριο θεματικό της γνώρισμα έχει την παρουσίαση πολεμικών γεγονότων και τη διάκριση των πρωταγωνιστών τους σ` αυτά, την προβολή κατ` επέκταση ηρωικών πράξεων και τη συνακόλουθη ύμνηση των συντελεστών τους[2] .
Και ναι μεν η επική ποίηση κατά παράδοση έχει ως θέμα της την «ηρωολογία», η Ιλιάδα τώρα και η Οδύσσεια, τα τελευταία έπη και τα καλύτερα, όπως λένε, κατά πόσο μένουν πιστά στην παράδοση, για να συνεχίζουν την ύμνηση πολεμικών ηρώων; Επειδή όμως η απάντηση δεν μπορεί να είναι ίδια και για τα δύο έργα, είμαστε υποχρεωμένοι εξυπαρχής να πάρουμε θέση απέναντι στο ομηρικό ζήτημα και να αναγνωρίσουμε τη «διάσπαση» του ποιητή, που αποτελεί κοινή πεποίθηση πια[3]. Στην Οδύσσεια επαινείται πράγματι ένας επικός ήρωας, έστω και για αρετές εντελώς διαφορετικές από εκείνες που υμνούσαν κατά παράδοση τα έπη, που είναι εδώ οι πνευματικές κυρίως ικανότητες και όχι τόσο οι κλασσικές σωματικές και πολεμικές. Όμως ενσαρκώνει το κύριο χαρακτηριστικό της επικής ποίησης, την ύμνηση ηρώων, και ως εκ τούτου «δικαιωματικά» συγκαταλέγεται στα ηρωικά έπη. Η Ιλιάδα άραγε διατηρεί και αυτή το ίδιο χαρακτηριστικό στο ιδεολογικό της περιεχόμενο; Είναι ένα φιλοηρωικό και φιλοπολεμικό ποίημα ή μήπως το αντίθετο;
Σε πρώτη ματιά αυτή την αίσθηση αποκομίζει κάποιος, ότι υμνεί ήρωες για τις πολεμικές τους ικανότητες. Μήπως όμως, βαθύτερα εξετάζοντας κανείς το έργο, δεν είναι υμνολογία ηρώων; Υμνεί φυσικά ήρωες για τις πολεμικές τους αρετές, αλλά μήπως τους ελέγχει κιόλας για το ιδεώδες που ενσαρκώνουν, για την αριστοτεχνία τους να σκοτώνουν; Προσωπικά θα τολμούσα να πω ότι η προβολή τους γι` αυτό γίνεται από τον ποιητή, όχι για να τους επαινέσει, αλλά για να τους εκθέσει ηθικά και ανθρωπιστικά και να υποσκάψει το βάθρο της διασημότητάς τους. Είναι δε τόση η κριτική αντιμετώπισή τους, ώστε να έχει βάση η διατύπωση ισχυρισμού ότι στην Ιλιάδα έχουμε την απόρριψη των ειδώλων της επικής παράδοσης. Χρησιμοποιώντας ο ποιητής της ως δούρειο ίππο το μορφολογικό πλαίσιο της επικής ποίησης και όλες τις συμβάσεις της, θα εκπορθήσει το κάστρο της ιδεολογικής κυριαρχίας των πολεμικών ηρώων και θα τους γκρεμίσει από τα πανύψηλα τείχη του. Μαζί τους και αυτό.
Μα αυτή η ιδεολογική προπαγάνδα είναι ο Όμηρος[4], ένας ιεροκήρυκας του συρμού; Όχι, ο Όμηρος είναι αυτός που είναι με την αξία που του αναγνωρίζουνε οι πάντες, γιατί την ανατροπή της παράδοσης δεν την κάνει με κηρύγματα και διδακτισμούς, αλλά με απαράμιλλη τέχνη, όπου καθόλου δεν εμφαίνεται πουθενά ούτε ένα ίχνος διδακτισμού. Αυτός στήνει τις σκηνές, τα γεγονότα, κι εμείς ως αναγνώστες αντλούμε μέσα από τις καταγραφές τους και τη σημειολογία τους την ανθρωπιστική τους ουσία. Κι ενώ η αρετή των επικών ηρώων είναι κατά κανόνα η βαρβαρότητα, αφού δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να σκοτώνουν και να περηφανεύονται για την πράξη τους, μόλα ταύτα η Ιλιάδα χαρακτηρίζεται από τη διαρκή παρουσία της ανθρωπιάς, τη διαπνέει από την αρχή ως το τέλος η αγάπη προς τον άνθρωπο που χάνεται, η συμπόνια προς τον αδύνατο και τον ηττημένο. Δεν πρόκειται για την ανθρωπιά των γεγονότων ούτε των ηρώων, αλλά του ποιητή και αφηγητή μαζί, που είναι πανταχού παρών, για να μεταλλάσσει διαρκώς την απανθρωπιά των καταστάσεων σε αίτημα ανθρωπιάς. Ως προς αυτό είναι που ανατρέπει την παράδοση κι εδώ βρίσκεται η μοναδικότητα της αξίας του ιλιαδικού έργου. Βέβαια σπέρματα προς την κατεύθυνση της ομηρικής ιδεολογίας πρέπει σίγουρα να υπήρχαν κι από πριν, σποραδικά όμως, πιστεύουμε. Στην ποίηση του Ομήρου αυτά ολοκληρώνονται και συγκροτούνται σε μια συμπαγή ενότητα, ας μην είναι ορατή σε πρώτη ματιά.   
Εικάζουμε για την προϋπαρξη τέτοιων σπερμάτων, όχι μόνο επειδή ξέρουμε πως δεν υπάρχει σε τίποτα παρθενογένεση – στο οικείο κεφάλαιο θα προσπαθήσουμε να δείξουμε βασικές καταβολές της ιδεολογίας του Ομήρου στην ελληνική Μυθολογία - αλλά και από τη μεγάλη απήχηση που είχε το έργο του στο κοινό της εποχής του. Αν έλειπε η εξοικείωσή του με τέτοιες ιδεολογικές τάσεις, δε θα αποδεχόταν τον ιδεολογικό ριζοσπαστισμό του ποιητή. Για παράδειγμα: Αν υπήρχε κάποιο είδος θεοκρατισμού ακόμα και την εποχή που έγινε η εκστρατεία στην Τροία, δε θα μπορούσε κανένας ποιητής, ούτε και ο Όμηρος, να παρουσιάζει ήρωες που αντιμετωπίζουν με τόση περιφρόνηση τους εκπροσώπους του θείου (Ο Αγαμέμνονας προς Χρύση ή προς Κάλχαντα) ούτε πάλι, αν η κοινωνία στην οποία απευθυνόταν ο ραψωδός της ομηρικής εποχής δεν ήταν ανεκτική απέναντι σε μειωτικές παρουσιάσεις του θείου, δε θα μπορούσε ο Όμηρος ή οποιοσδήποτε πάλι ποιητής να καυτηριάζει τους θεούς για τις ενέργειές τους ή και να τους περιπαίζει για τα αδύνατά τους σημεία. Το ίδιο ισχύει και για άλλα θέματα. Φαίνεται πως τέτοιες ιδέες σαν του Ομήρου πλατιά ζυμωνόταν στην ομηρική κοινωνία, που ήδη είχε κάνει και βήματα μεγάλα προς τη μετάβαση από τις μοναρχικές ή ολιγαρχικές δομές εξουσίας σε αντιπροσωπευτικές και δημοκρατικές, εάν βέβαια εξαρχής αυτή η κοινωνία, από τη σύστασή της ως αποικίας, δεν είχε θεμελιώσει τη συγκρότησή της σε δημοκρατική βάση.
Με βεβαιότητα ωστόσο πρέπει να θεωρήσουμε  την προγενέστερη επική παράδοση  ενσαρκωτή των επικών χαρακτηριστικών, που προσδίδονται κακώς βέβαια και στον ποιητή της Ιλιάδας. Εκείνη είναι πράγματι εκπρόσωπος του ηρωικού έπους. Όμως η Ιλιάδα, λίγη ψηλάφηση του ιδεολογικού της ιστού αν γίνει, κάθε άλλο παρά πολεμικό έργο αποδεικνύεται στην ουσία του. Θεματικά ναι, τίτλος και αντικείμενο της αφήγησης είναι πολεμικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά την πολιορκία της Τροίας. Από τις 51 όμως μέρες επικής αφήγησης οι τέσσερις μόνο περιέχουν μάχες. Βέβαια η αφηγηματική έκταση που αφιερώνεται σ` αυτές, ας πρόκειται μόνο για τέσσερις μέρες, είναι πολύ μεγαλύτερη. Αλλά δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη και η έκταση της αφήγησης «εξωμαχικών» γεγονότων, που καλύπτει τα 2/5 της ολικής έκτασης. Όπως επίσης δεν είναι καθόλου μικρής σημασίας και η κατά πολύ μεγαλύτερη αντίστροφη αναλογία πραγματικού χρόνου, ημερολογιακής δηλαδή διάρκειας, των άλλων γεγονότων και των μαχών[5].
Πού αναλώνεται τόση αφήγηση και τι είδους θέματα περιλαμβάνει; Γεγονότα εξωπολεμικά από θεματική άποψη και πολυήμερα, που αφορούν είτε προετοιμασίες μαχών είτε θεραπεία των επιπτώσεών τους. Μεταθέσεις των συγκρούσεων από το πεδίο των μαχών στο πεδίο της ανθρώπινης ψυχής, όπου χαλκεύεται, αλλά και φωτίζεται το γενεσιουργό αίτιο των πολέμων. Αναγωγές της απώτερης αιτίας των πολεμικών συγκρούσεων στη βούληση των θεών και την προγενέστερη ή και παράλληλη αφήγηση των δικών τους συγκρούσεων. Συχνές αφηγηματικές εγκαταλείψεις του πεδίου των μαχών και την ταυτόχρονη άρση κάθε δικαίωσης του πολέμου, που συνιστά και την ηθική του εκμηδένιση. Παρατηρώντας κανείς αυτές τις φυγές μένει με την εντύπωση ότι ο ποιητής ψάχνει ευκαιρία είτε να δραπετεύσει από την περιγραφή των μαχών, όπου φαίνεται ν` ασφυκτιά, είτε να αποτρέψει πάση θυσία την έλευση θανάτου. Κι ενώ η αφήγηση παρουσιάζεται να λαμβάνει χώρα σε ρεαλιστικό επίπεδο, γρήγορα μεταπίπτει σε αντιρεαλιστικό ή σουρρεαλιστικό, υποβιβάζοντας και τον πόλεμο σε κάτι γελοίο.
Το επεισόδιο Γλαύκου και Διομήδη όχι μόνο με το νόημά του αλλά και με την έκτασή του είναι πολύ χαρακτηριστικό. Και ναι μεν οι εκατέρωθεν καυχησιολογίες αποτυπώνουν μια πραγματικότητα του «χώρου» του πολέμου,  τη «συνήθεια» των ηρώων να «προπαγανδίζουν» περιαυτολογώντας τον ηρωισμό τους, για να φοβίσουν τον αντίπαλο, δεν μπορεί όμως να έχει σχέση με καμιά πραγματικότητα πολέμου  και με την ταχύτητα που επιβάλλει αυτή σε κάθε κίνηση του πολεμιστή κι ενώ η μάχη γύρω του είναι ξαναμμένη, η εκτενής παρεμβολή ενός ολοκληρωμένου παραμυθιού με τις περιπέτειες και τη δικαίωση του Βελλερεφόντη, σε στιγμή που οι δυο αντίπαλοι είναι πανέτοιμοι να χτυπηθούν θανάσιμα. Ο ρεαλισμός του όλου πλαισίου εδώ είναι επίπλαστος.
Στη μονομαχία Μενέλαου και Πάρη το κοινό, Αχαιοί και Τρώες που την παρακολουθούν, μένει σύξυλο, καθώς η Αφροδίτη, που απάγει τον Πάρη, για να τον σώσει, βρίσκει την ώρα να τον οδηγήσει στην κρεβατοκάμαρά του και, αφού περιμαζέψει και την Ελένη, να τους βάλει να κάνουν έρωτα[6]. Πρέπει να επισημανθεί εξάλλου ότι καμιά από τις δύο προσχεδιασμένες μονομαχίες δεν έχει έκβασή της το θάνατο[7], ενώ ο ποιητής καταβάλλει κάθε προσπάθεια να εμποδίσει, κινώντας γη και ουρανό, την ορμητική επέλαση του Αχιλλέα, όταν μετά το θάνατο του φίλου του ξαναμπαίνει στη μάχη. Ως και τον Σκάμανδρο με τις θείες του ιδιότητες επιστρατεύει φουσκώνοντάς τον, για να αναχαιτίσει το μανιασμένο ήρωα. Κι εκείνη η περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα! Ένα πανηγύρι ζωής και χαράς απεικονισμένο σε πολεμικό μέσο, που αποκρούει το θάνατο και διαφυλάγει τη ζωή. Δεν είναι το ηχηρότερο μήνυμα ειρήνης που έχει φωναχτεί ποτέ;
Κατάδηλο είναι εξάλλου σε όλο το έργο ότι οι πολεμικοί του ήρωες περισσότερο στηλιτεύονται παρά υμνούνται, ενώ ο πιο ολοκληρωμένος ήρωάς του, ο Έκτορας, είναι από επική άποψη ελλειπτικότατος, αφού δεν πληρεί στοιχειώδεις προδιαγραφές επικού ήρωα: Στην πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής του και απόκτησης δόξας δειλιάζει και το βάζει στα πόδια, προδίδοντας έτσι το ηρωικό ιδεώδες. Αλλά και το τέλος αυτού του έργου δεν είναι οι πανηγυρισμοί του νικητή, του πρώτου ήρωα, και οι ανάλογες εκδηλώσεις θριάμβου, αλλά ο πόνος και το μοιρολόι για την απώλεια ενός κατώτερου ήρωα, δεύτερου ή και τρίτου στην ιεραρχία των ηρώων δεν έχει σημασία, ενός ηττημένου πάντως ήρωα.   
Ας μη συζητάμε για τις γελοίες αφορμές των θεών, που τους εξωθούν να βάζουν τους ανθρώπους να σκοτώνονται ή να επισπεύδουν τη δύση του ήλιου, για να μη χαθούν άλλοι προστατευόμενοί τους. Ή μήπως η αιτία του πολέμου ήτανε λιγότερο γελοία κι ας ήτανε και αυτή έργο των θεών; Ωστόσο δεν έχει σημασία που ονομάστηκε αυτή η θεϊκή συμπεριφορά «ανθρωπομορφισμός», για να αποκρυβεί ίσως το πραγματικό της νόημα. Σημασία έχει ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με σαφή υπέρβαση του θείου.
Όταν λοιπόν οι θεοί, που για τον ποιητή εμφανίζονται όχι απλώς συμμέτοχοι αλλά και πρωταίτιοι αυτού όπως και κάθε άλλου πολέμου, περιπαίζονται, όταν ο ίδιος ο πόλεμος παρωδείται και οι γενναίοι συντελεστές του οικτίρονται αν όχι τόσο γι` αυτό που κάνουν, όσο προπάντων γι` αυτό που πιστεύουν, για την κενοδοξία τους να αντλούνε δόξα από το αίμα του σκοτωμένου τους, πράγμα που ισοδυναμεί εξάλλου και με το δικό τους επερχόμενο σκοτωμό, τότε ένα τέτοιο έργο, όπως η Ιλιάδα, είναι βαθύτατα αντιπολεμικό και συνεπώς αντιεπικό, εφόσον δοθεί στο επίθετο «επικός» η σημασία που δίνεται. Όταν ακόμη ένα «επικό» έργο αρχίζει και τελειώνει με έκκληση ανθρωπιάς δύο θυμάτων του πολέμου προς τους εκπροσώπους της απανθρωπιάς του, έχει συνειδητά γραφεί για την αναίρεση της «επικότητάς» του και τη διαλάληση του ανθρωπισμού.
Την υπέρβαση δε του θείου ωθεί ο Όμηρος ως την ανθρωπιστική της ολοκλήρωση: Αν οι ήρωές του, οι άνθρωποι γενικά, είναι παιχνίδι στα χέρια των θεών, οι ίδιοι οι θεοί γίνονται παιχνίδι στα χέρια τα δικά του, για να διενεργηθεί σε ιδεατό και πρακτικό επίπεδο μαζί η αντιστροφή ρόλων μεταξύ θεών και ανθρώπων: Οι μεν θεοί παύουν να είναι το κέντρο των δραστηριοτήτων των ανθρώπων και εκπίπτουν σε δορυφόρους τους, ενώ οι άνθρωποι, που ήτανε πριν δορυφόροι των θεών, μετακινούνται αποτελώντας αυτοί τώρα το κέντρο της ζωής τους, και εδραιώνεται έτσι για πρώτη φορά στην πνευματική ιστορία του ανθρώπου ο λεγόμενος ανθρωποκεντρικός ανθρωπισμός που αντιτίθεται στο θεοκεντρικό των θρησκειών. Πράγμα που εμπεριέχει αλλά και σηματοδοτεί επίγνωση της δύναμης του ανθρώπου, αυτοπεποίθηση και άσκηση των ικανοτήτων του, παραπέρα αυτοενδυνάμωσή του και ανάληψη ευθύνης καθορισμού της μοίρας του και του ίδιου του αυτοκαθορισμού του. Επειδή όμως για τον ποιητή ο θάνατος είναι ο πυρήνας της κοινής μας μοίρας ή με άλλη έκφραση το κέντρο της ζωής μας η αποτροπή του προβάλλει ως πρώτιστο καθήκον σε όλους μας. Κι επειδή πάλι μόνος του ο καθένας αδυνατεί να τον αντιμετωπίσει, η από κοινού αντιμετώπισή του προβάλλει αδήριτα τότε ως πρώτιστη ανάγκη. Μόνο με κοινή δράση γίνεται όσο γίνεται εφικτή η αντιμετώπισή του και μετριάζεται κάπως η τραγικότητα της μοίρας μας και η αμείλικτη αλλά και καθολική ολεθριότητά της,. Ειδάλλως, σκοτώνοντας ο ένας τον άλλο και προκαλώντας οι ίδιοι θανάτους μεταξύ μας, παίζουμε το ολέθριο παιχνίδι της μοίρας μας και γινόμαστε συνεργοί της, εχθροί του ανθρώπου και του εαυτού μας. Αυτά μας υποδηλώνει ο ποιητής μέσα από τα άπειρα εκφραστικά μέσα που διαθέτει.  
Αυτό λοιπόν είναι η Ιλιάδα, ο δείκτης της ανθρώπινης μοίρας και ο ομηρικός τρόπος αντιμετώπισής της. Είναι ο δρόμος που χάραξε ο ποιητής και που συνέχισε να διανοίγει και να πορεύεται η κλασσική Αθήνα, αλλά και ο δρόμος που ακολούθησαν δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά περίπου η Ευρωπαϊκή Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός, αφότου τον πρωτοαντίκρισαν. Είναι η πορεία του δυτικού ανθρώπου.
Τι είναι εν τέλει ο Όμηρος; Ο εφευρέτης της ανθρώπινης μοίρας, η απαρχή της αυτοσυνειδησίας του ανθρώπου, ο πατέρας του ανθρωπισμού μας,

Αλέκος Τζιόλας

Τρίλοφος 22.02.2007

Σημείωση: Δεν έχει πια νόημα να πολιτικολογεί κανείς. Ο παγκόσμιος αυτόματος πιλότος κατευθύνει τις τύχες των χωρών όλου του κόσμου και δεν μπορεί κανείς προς ώρας να τον απενεργοποιήσει. Γι` αυτό δεν ξαναπολιτικολόγησα, αφότου με δική μας τεχνηέντως αποσπασμένη συναίνεση, του λαού εννοώ, «πιλοτάρει» ελεύθερα και στα δικά μας «εναέρια» εδάφη, καθορίζοντας αποκλειστικά και την τύχη της δικής μας χώρας. Αντί λοιπόν να στοιχειώνει επ` άπειρο ένα πολιτικό κείμενο, που διαπίστωνε το «κλείδωμα» της τηλεκατεύθυνσής μας, αναρτώ κάτι πιο διαχρονικό με πανάρχαιες αναφορές, την εισαγωγή μου στην εργασία που εκπονώ εδώ και χρόνια για τον Όμηρο. Τουλάχιστο ας στοιχειώσει αυτή. Της αξίζει, θαρρώ περισσότερο. Άλλωστε υπό τη σκιά της και μόνο ζω από δω και πέρα.        


[1] ΥΠΕΠΘ – ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ, Ομηρικά έπη 2, Ομήρου Ιλιάδα, Ανθολόγιο Α Γυμνασί-ου, ΟΕΔΒ, έκδοση 2001, με μετάφραση Πολυλά, σελ. 8, εδ. 4,5.
[2] Ίσως το προηγούμενο της Οδύσσειας, επιμελημένο από Ιγνατιάδη, Κακουλίδη, Χαραλαμπίδη και με μετάφραση Μαρωνίτη, υποψιάζεται κάποια απόκλιση του Ομήρου από την επική παράδοση και ορθοφρονώντας ορίζει το έπος ως «αφηγηματικό ποίημα σε δακτυλικό εξάμετρο», χωρίς να υπεισέρχεται κατά την παράθεση του ορισμού τουλάχιστον στο περιεχόμενό του.(Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων – Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Ομηρικά έπη 1, Ομήρου Οδύσσεια, σελ. 12, 1η παράγραφος).

[3] Την εδραιωμένη πεποίθηση ότι πρόκειται για δύο τουλάχιστον ποιητές τα σχολικά εγχειρίδια την παραβλέπανε κι ας γινόταν λόγος για ομηρικό ζήτημα, εκτός από το εγχειρίδιο της Οδύσσειας του 2009, που θεωρεί πιθανότερη την ύπαρξη δύο ποιητών, χωρίς να υπεισέρχεται σε αιτιολογήσεις.

[4] Όμηρο θα ονομάζουμε από δω και πέρα τον ποιητή της Ιλιάδας
[5]  Το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης της όλης αφήγησης, τα 3/5 περίπου, περιγράφει τις τέσσερις μέρες μάχης, ενώ τα 2/5, στρογγυλεμένα κι αυτά, αναφέρονται σε «εξωμαχικά» γεγονότα. Η αντίστροφη αναλογία είναι 47 προς 4
[6] Εδώ θα μπορούσε να σχολιάσει κανείς ότι το σύνθημα των χίπιδων «Love and not war” υπήρξε πρωταρχικά δρώμενο της Ιλιάδας χιλιετίες πριν και προπάντων όχι επειδή βρισκόταν σε απειλή η προσωπική ζωή του ποιητή.
[7] Περί Ερωτόκριτου

Δεν υπάρχουν σχόλια: