Κυριακή, Μαρτίου 29, 2015

Νομίζω ότι είμαι ερωτευμένος

The Man and the Woman 1919 

 

 

 

 

 

 

 

 

Jeno Gabor (1893-1968):"Άντρας και γυναίκα", 1919

 

 

Η δεύτερη επέτειος 

Διήγημα

Βασίλης Αλεξάκης *


Θα μπορούσε να είναι αυτή η αρχή. Θέλω να πιστεύω ότι κάποτε θα τη βρω κι ότι θα ξεκινήσω επιτέλους το μυθιστόρημα που χρόνια ονειρεύομαι. Το ονειρεύομαι από μικρό παιδί. Διάβαζα πολύ. Θαύμαζα τους συγγραφείς περισσότερο από τους τραγουδιστές, τους αθλητές, τους ηθοποιούς, ακόμη και από τα ιστορικά πρόσωπα. Δεν έπαψα από τότε να τους θαυμάζω ούτε να τους διαβάζω. Δίνω ιδιαίτερη προσοχή στην πρώτη σελίδα των βιβλίων τους γιατί αυτή ακριβώς τη σελίδα δυσκολεύομαι αφάνταστα να συντάξω.

Έχω γράψει μερικά κείμενα, αλλά δεν ξεπερνούν τις δύο-τρεις σελίδες. Το τέλος τους είναι ορατό από την πρώτη κιόλας γραμμή. Είναι ουσιαστικά κείμενα χωρίς αρχή. Φοβάμαι ότι δεν εκφράζουν τίποτε άλλο παρά την ανυπομονησία μου να κατακτήσω τον τίτλο του λογοτέχνη.

Τώρα είμαι αποφασισμένος να δουλέψω σκληρά. Αγόρασα ένα γραφείο κι ένα ακριβό στυλό. Δεν υπήρχε γραφείο σπίτι μου μέχρι προχτές. Τις ελάχιστες ώρες που αφιέρωνα στο γράψιμο καθόμουν στο τραπεζάκι της κουζίνας. Είναι ένα μικροσκοπικό τραπέζι, σκεπασμένο μ' ένα καρό τραπεζομάντιλο, όπου ίσα ίσα χωρά ένα πιάτο κι ένα ποτήρι. Έκανα τη σκέψη ότι είναι αδύνατο να γράψεις μυθιστόρημα αν δε διαθέτεις ένα αληθινό γραφείο, με τρία συρτάρια στο πλάι κι ένα στη μέση. Αγόρασα και ένα πακέτο χαρτί. Ο υπάλληλος με ρώτησε αν ήθελα το πακέτο των πεντακοσίων φύλλων ή το μικρότερο.

Των πεντακοσίων! του είπα κάπως άγρια.

«Μην απογοητεύεσαι», λέω συνέχεια στον εαυτό μου. «Αν δεν βρεις σήμερα την αρχή, θα τη βρεις αύριο ή μεθαύριο». Αναρωτιέμαι αν οι μεγάλοι συγγραφείς ξέρουν από την πρώτη κιόλας σελίδα τι βιβλίο θα γράψουν. Προτιμώ να πιστεύω ότι το ανακαλύπτουν σιγά σιγά, γιατί έτσι ελπίζω να το ανακαλύψω κι εγώ. Δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το περιεχόμενο του βιβλίου που ονειρεύομαι. Ελπίζω ότι το θέμα θα ξεπεταχτεί μέσα από τις γραμμές όπως βγαίνουν τα δελφίνια μέσα από τη θάλασσα.

Σε μια συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα», ο Έκερμαν λέει ότι δεν υπάρχουν καλά και κακά θέματα, μόνο καλοί και κακοί συγγραφείς. Ο ήρωας ενός από τα τελευταία βιβλία του είναι ένας παραπληγικός σε αναπηρική πολυθρόνα που ξεκινά από τη Μόσχα την εποχή που καταρρέουν τα κομμουνιστικά καθεστώτα και καταλήγει, μετά από άπειρες περιπέτειες, στη Βιέννη. Πεθαίνει λίγο μετά την άφιξή του, σ' ένα ζαχαροπλαστείο, ακούγοντας από τα μεγάφωνα του μαγαζιού μια όπερα του Ντονιτσέτι, τον Δον Πασκουάλε. Η σερβιτόρα του ζαχαροπλαστείου, μια πονόψυχη κοπέλα, αναλαμβάνει τα της κηδείας του και κληρονομεί τελικά την αναπηρική πολυθρόνα (έτσι λέγεται το βιβλίο, Η αναπηρική πολυθρόνα, την οποία αφήνει να τσουλήσει σε μια κατηφόρα που καταλήγει σ' έναν παραπόταμο του Δούναβη. Αυτή είναι η τελευταία εικόνα του μυθιστορήματος: η πολυθρόνα βυθίζεται στα πράσινα νερά του ποταμού. Θα διηγόμουν ευχαρίστως κι άλλες σκηνές του έργου, που έχει πάνω από πεντακόσιες σελίδες, αλλά αντιλαμβάνομαι ότι δεν ξεκινά κανείς ένα μυθιστόρημα αντιγράφοντας ένα άλλο. Καταλαβαίνω πάντως τον ισχυρισμό του Έκερμαν ότι το θέμα δεν έχει πολλή σημασία, ή και καθόλου σημασία. Η οδύσσεια αυτού του παραπληγικού θα στερείτο σίγουρα ενδιαφέροντος αν τη διαπραγματευόταν ένας μέτριος συγγραφέας. Η ακτινοβολία του έργου δεν εξαρτάται από την εμβέλεια του θέματός του. Ίσως το καλύτερο βιβλίο του Έκερμαν να είναι αυτό όπου διηγείται μια απλή ερωτική ιστορία, λίγο δύσκολη στο ξεκίνημά της, που τελειώνει όμως καλά: το ζευγάρι παντρεύεται, ενώ ο καταχθόνιος φαρμακοποιός βρίσκει οικτρό θάνατο σε μια λίμνη (ένα ταχύπλοο τον κτυπά κατακούτελα την ώρα που κολυμπά). Παρατηρώ ότι στο τέλος και των δύο βιβλίων του που ανέφερα, ο Έκερμαν συνδέει το θάνατο με το υγρό στοιχείο.

Αυτό που έχει σημασία είναι φυσικά ο τρόπος με τον οποίο εξιστορεί κανείς τα γεγονότα. Ο Έκερμαν λέει ακόμη ότι το ύφος είναι η ψυχική ιδιαιτερότητα του έργου. Το δικό του είναι αναγνωρίσιμο, όποιο κι αν είναι το θέμα του. Καταλαβαίνεις αμέσως ότι έχεις να κάνεις μ' ένα γραπτό του Έκερμαν. Εγώ, δυστυχώς, δεν έχω ύφος. Αυτό ακριβώς αποδεικνύουν οι προτάσεις που συντάσσω. Τις βρίσκω καχεκτικές και αμήχανες. Μου φέρνουν στο νου τα υποσιτισμένα παιδιά των προσφύγων, που έχουν μια βαθιά απορία στο βλέμμα τους. Δεν έχω τίποτε δηλαδή, ούτε ύφος ούτε θέμα. Κάποιος άλλος στη θέση μου θα εγκατέλειπε ασφαλώς την προσπάθεια, θα έσκιζε αυτές τις σελίδες, θα έβαζε το στυλό στην κασετίνα του και θα πούλαγε το γραφείο. Αυτό που με κάνει να ελπίζω ότι θα καταφέρω να γράψω κάτι είναι ακριβώς το γεγονός ότι, παρά την αδυναμία μου, δεν εννοώ να εγκαταλείψω την προσπάθεια. Το πείσμα μου μ' εντυπωσιάζει, μου επιτρέπει να αισιοδοξώ.

Δεν ξέρω αν είναι σκόπιμο, στο σημείο αυτό, να αναφερθώ στη σχέση μου με τη Μαργαρίτα. Είναι μια σχέση δύο ετών που πλησιάζει, θαρρώ, στο τέλος της. Πρέπει να το πάρω απόφαση, δεν πρόκειται να χωρίσει με τον άντρα της. Της έχει γίνει ανυπόφορη η παρουσία του, κοιμούνται άλλωστε σε χωριστά δωμάτια, ωστόσο δεν τη βλέπω να χωρίζει. Έχουν δύο παιδιά, αγόρια, ηλικίας δώδεκα και οκτώ ετών. Φοβάται ότι θα πάρουν το μέρος του πατέρα τους αν τον διώξει από το σπίτι.

Εσύ θα χωρίσεις όταν θα γίνεις σαράντα έξι χρονών, της είπα προ ημερών στο εστιατόριο.

Τα μάτια της βούρκωσαν. Είναι τριάντα επτά. Υποφέρει ιδιαίτερα τις Κυριακές γιατί ο άντρας της είναι όλη την ημέρα σπίτι. Αυτό που την εξοργίζει περισσότερο απ' όλα είναι το σφύριγμά του.

Περπατάει από το πρωί μέχρι το βράδυ σφυρίζοντας.

Δεν σφύριζε παλιότερα; τη ρώτησα.

Δεν θυμάται καλά. Μπορεί να σφύριζε, αλλά όχι συνέχεια.

Και τι σφυρίζει; τη ρώτησα ακόμη.

Ελαφρολαϊκά, είπε χωρίς μεγάλη σιγουριά. Έτσι μού 'ρχεται να του κοπανίσω μια σανίδα στο κεφάλι.

Έχω πολύ καιρό να σφυρίξω, χρόνια ίσως. Πότε σφύριξα για τελευταία φορά; Νομίζω ότι προσπάθησα να θυμίσω σε κάποιον το σκοπό μιας άριας, αλλά δεν ξέρω σε ποιόν, ούτε ποια ήταν αυτή η άρια. Δεν ήταν πάντως από τον Δον Πασκουάλε, δεν τον έχω ακούσει ποτέ. Απορώ γιατί διάλεξε ο Έκερμαν τη μουσική του Ντονιτσέτι, που είναι γενικά ευχάριστη, για μια σκηνή σαν το θάνατο του παραπληγικού. Ίσως υπάρχει στον Δον Πασκουάλε κάποια πολύ θλιμμένη άρια. Πώς να έκρινε άραγε ο συγγραφέας της Αναπηρικής πολυθρόνας το γραπτό μου; Πιστεύω ότι θα έσβηνε τις περισσότερες προτάσεις, μπορεί και να μου ζήταγε να επαναφέρω μερικές από αυτές που έχω σβήσει. Διάβασα στο «Βήμα» ότι θα έρθει το καλοκαίρι στην Ελλάδα, προσκεκλημένος ενός εφοπλιστή. Θα προσπαθήσω να τον συναντήσω, φαντάζομαι ότι θα οργανωθεί κάποιο κοκτέιλ προς τιμήν του.

Κάθομαι με τα πόδια σταυρωτά. Κάθε τόσο επαναφέρω στη θέση της την παντόφλα που κρέμεται από το μετέωρο πόδι μου με μια απότομη κίνηση των δακτύλων. Ακούγεται ένας ήχος σαν δειλό χειροκρότημα. Είναι δώρο της Μαργαρίτας αυτές οι παντόφλες, μου τις έφερε από την Αίγυπτο όπου πήγε με το σύζυγό της, πέρσι το χειμώνα. Έγινα έξω φρενών όταν μου ανακοίνωσε ότι θα τον συνόδευε, αυτόν τον έστειλε εκεί η εταιρεία του, μου ορκίστηκε στα παιδιά της ότι δεν θα κοιμόταν μαζί του, ήθελε πάρα πολύ να γνωρίσει την Αίγυπτο. Αρνήθηκα να τη δω όταν επέστρεψε, ακόμη και να της μιλήσω, είχα συνέχεια τον τηλεφωνητή. Μια νύχτα, κατά τις 2 το πρωί, δεν ξέρω πώς το έσκασε από το σπίτι της, μου χτύπησε το κουδούνι. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα. Μου φάνηκε πιο μικροκαμωμένη από ό,τι την είχα στο νου μου, σαν να είχε η φαντασία μου την τάση να τη μεγεθύνει.

Να περάσω; με ρώτησε.

Δεν είπα τίποτε. Γύρισε στο πλάι, ακούμπησε το κούτελό της στον τοίχο κι άρχισε να κλαίει. Πρόσεξα ότι βαστούσε κάτι, τυλιγμένο σε χαρτί εφημερίδας. Ήταν οι παντόφλες.

Δεν αμφιβάλλω ότι τη στενοχωρεί η συμβίωση με τον άντρα της, αλλά νομίζω ότι περισσότερο στενοχωρεί εμένα.

Τους πρώτους μήνες της γνωριμίας μας δεν με ενοχλούσε ιδιαίτερα ότι ήταν παντρεμένη, μπορεί και να με διασκέδαζε το γεγονός ότι συναντιόμασταν κρυφά και λίγο, σαν να ήμασταν παιδιά. Έβλεπα κι άλλες γυναίκες παράλληλα. Δεν με ένοιαζε αν έκανε ή δεν έκανε έρωτα μαζί του.

Κάποτε άρχισε να με νοιάζει. Πιστεύω ότι στη δική μου επιρροή οφείλεται πρωτίστως η επιδείνωση των συζυγικών της σχέσεων. Δεν θα είχε μετακομίσει σε άλλο δωμάτιο αν δεν την πίεζα εγώ. Μια μέρα, αναφέρθηκε σε μια κουβέντα που είχε με τον άντρα της, ενώ εκείνη ήταν στην μπανιέρα. Η σκηνή αυτή με αναστάτωσε.

Εξακολουθείς δηλαδή να κυκλοφορείς γυμνή μπροστά του;

Δεν είχα φανταστεί ότι θα έφτανα στο σημείο να ζηλέψω τον άντρα της. Εκείνος αγνοεί την ύπαρξή μου. Γνώρισα τη Μαργαρίτα σ' ένα σαντουιτσάδικο, έτρωγε με τα παιδιά της στο ίδιο τραπέζι μ' εμένα, ο μικρός της γιος έριξε άθελά του το μπουκάλι με το κέτσαπ επάνω μου. Φορούσα ένα ωραίο λινό παντελόνι. Κι η Μαργαρίτα ήταν ντυμένη στα άσπρα εκείνη τη μέρα. Κοιτάξαμε όλοι άφωνοι το μεγάλο κόκκινο λεκέ, εγώ είχα σηκωθεί όρθιος, και ξαφνικά βάλαμε όλοι μαζί τα γέλια. Σε αντίθεση με την ερωτική ιστορία που διηγείται ο Έκερμαν, η σχέση μου με τη Μαργαρίτα ξεκίνησε καλά, αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος ότι δεν θα έχει αίσιο τέλος.

Της κάνω όλο και πιο συχνά καβγάδες, αρπάζομαι από το παραμικρό. Βλεπόμαστε κυρίως τα μεσημέρια, δεν της είναι εύκολο να δικαιολογεί βραδινές εξόδους. Δεν έχουμε κοιμηθεί ούτε μια νύχτα μαζί. Μου υποσχέθηκε ότι όταν φύγει ο άντρας της για το Καρπενήσι, έχει εκεί ένα κτήμα κατα
πατημένο από τους γείτονες, θα πάμε μαζί κάπου, τρεις - τέσσερις μέρες, ίσως και περισσότερο. Θα αφήσει τα παιδιά στη μάνα της. Αλλά πότε θα φύγει αυτός; Είναι ένας διστακτικός άνθρωπος και λίγο τεμπέλης, που αναβάλλει τις δουλειές του.

Κι όμως περιμένω να πάρει μια απόφαση για να κανονίσω και γω το πρόγραμμά μου. Και δεν περιμένω μόνο εγώ, αλλά και όσοι εξαρτώνται κατά το ένα ή τον άλλον τρόπο από εμένα, ο πατέρας μου κι αυτοί που δουλεύουν για την ταινία που ετοιμάζω, κάπου τριάντα άτομα. Αν ληφθεί υπόψη ότι το πρόγραμμα καθενός από αυτά επηρεάζει και κάποια άλλα πρόσωπα, δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι ένας ολόκληρος κόσμος περιμένει ν' αποφασίσει ο άντρας της Μαργαρίτας πότε θα πάει στο Καρπενήσι.

Εγώ λέω ότι μάλλον δε θα πάει. Δεν του αρέσει να αφήνει τη γυναίκα του μόνη, δεν της έχει μεγάλη εμπιστοσύνη. Θα περάσω δηλαδή μόνος μου κι αυτές τις διακοπές. Φοβάμαι ότι θα εξελιχθεί άσχημα το γεύμα που λογαριάζουμε να κάνουμε για να γιορτάσουμε τη δεύτερη επέτειο της γνωριμίας μας, κάποια στιγμή θα με πιάσουν τα νεύρα μου, θα παραμερίσω τα κεριά και θα της τραβήξω μια μπουνιά στη μούρη.

Νομίζω ότι είμαι ερωτευμένος.


*Βασίλης Αλεξάκης - Βικιπαίδε

Πηγή: Τα Νέα, Πέμπτη 7 Αυγούστου 1997

Δεν υπάρχουν σχόλια: