Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2012

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ

Photo:efimerida-sporades.blogspot.gr
 ******************************

 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΤΑ ΣΥΧΑΡΙΚΙΑ

ΑΓΙΟΒΑΣΙΛΕΙΑΤΙΚΟΝ ΔΙΗΓΗΜΑ

Τρεῖς χαρὲς εἶχε τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡ κυρα-Γαλάτσαινα τοῦ Κασσανδριανοῦ, χήρα τοῦ μακαρίτου ὁμωνύμου πλοιάρχου, ἀποθανόντος πρό τινων ἐτῶν πτωχοῦ μετὰ πολλὰς ἐπιχειρήσεις. Ἡ πρώτη ἦτο ὅτι εἶχε ἀρραβωνίσει πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὴν κόρην της, τὴν Μυρσούδα, μὲ καλὸν γαμβρόν, τὸν Βασίλην τὸν Μπόνον. Ἡ δευτέρα ἦτο ὅτι, σήμερον πρωτοχρονιάν, ἑώρταζε τὴν ἑορτὴν τοῦ ὀνόματός του ὁ ἴδιος ὁ γαμβρός της. Ἡ τρίτη ἦτο ὅτι ἔμελλον νὰ τελεσθῶσι τὴν ἑσπέραν τῆς αὐτῆς ἡμέρας τὰ «ἐμβατίκια»* τοῦ γαμβροῦ εἰς τὴν οἰκίαν της.
Ἡ ἰδέα τῆς κυρα-Γαλάτσαινας ἦτον νὰ εἶχον τελεσθῆ τὰ «μβατίκια» ἀφ᾽ ἑσπέρας, τὴν νύκτα τοῦ παλαιοῦ χρόνου πρὸς τὴν ἀνατολὴν τοῦ νέου, ὅπως θὰ ἦτο πρέπον. Ἀλλὰ τὰ συμπεθερικὰ ἐπέμειναν ν᾽ ἀναβληθῶσι τὰ μβατίκια διὰ τὴν νύκτα τῆς ἑορτῆς πρὸς τὴν 2 Ἰανουαρίου. Οἱ λογαριασμοί, βλέπετε, τῶν συγγενῶν τοῦ γαμβροῦ δὲν συμφωνοῦν καθ᾽ ὅλα τὰ μέρη πάντοτε μὲ τοὺς λογαριασμοὺς τῆς μητρὸς τῆς νύμφης. Ὁ λογαριασμὸς τῆς κυρα-Γαλάτσαινας ἔλεγεν ὅτι, ἂν ἐτελοῦντο τὰ μβατίκια ἀφ᾽ ἑσπέρας τῆς παραμονῆς, μεθ᾽ ὃ ὁ γαμβρὸς θὰ ἦτο, κατὰ τὸ ἔθος, ἐλεύθερος νὰ ἐπισκέπτηται δὶς καὶ τρὶς τῆς ἡμέρας τὴν ἀρραβωνιστικήν του εἰς τὴν οἰκίαν της (ἠμποροῦσε, μάλιστα, ἂν ἦτον ἀδιάκριτος, καὶ νὰ τὸ στρώσῃ «κόττα πίττα» εἰς τὸ σπίτι τῆς νύμφης), ἡ μήτηρ τῆς νύμφης θὰ ἐγλύτωνεν ἀπὸ κάμποσα γλυκύσματα καὶ δῶρα, τὰ ὁποῖα ἦτον ὑπόχρεως νὰ κουβαλήσῃ εἰς τὰς οἰκίας τῶν συμπεθερικῶν. Ἐν πρώτοις, αὐτὴ ἡ ἑορτὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ γαμβροῦ θὰ ἤγετο εἰς τὴν οἰκίαν τῆς νύμφης. Δὲν θὰ ἦτο τότε ἡ κυρα-Γαλάτσαινα ὑποχρεωμένη νὰ κουβαλήσῃ ὁλόκληρον μέγα σινίον μπακλαβᾶ εἰς τὴν οἰκίαν τῆς συμπεθέρας της, ἄλλα μεγάλα ταψία ἀπὸ ζαχαροχαμαλιὰ* καὶ ἄλλα τραγήματα εἰς τὰς οἰκίας τῶν ἀδελφῶν καὶ τῶν θείων τοῦ γαμβροῦ, καὶ συγχρόνως νὰ κερνᾷ αὐτὴ ὅλην τὴν ἡμέραν εἰς τὴν οἰκίαν της, διὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ ὀνόματος, καὶ πάλιν τὴν ἑσπέραν νὰ ἔχῃ ἄλλα μεγάλα βάσανα, δοκιμαστήρια καὶ ἀκροσφαλῆ, εἰς τὴν οἰκίαν της, ὅπου θὰ ἐτελοῦντο τὰ μβατίκια.
Ἀλλ᾽ ὁ λογαριασμὸς τῶν συμπεθερικῶν ἔλεγεν ὅτι δὲν ἦτον πρέπον νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν μητέρα του ὁ γαμβρός, νὰ ἑορτάσῃ τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς του, πρὶν στεφανωθῇ ἀκόμη, εἰς τὴν οἰκίαν τῆς νύμφης. Τοῦ χρόνου, ὅτε θὰ ἐστεφανώνετο, ἂς ἑορτάσῃ εἰς τὴν οἰκίαν τῆς νύμφης, τὴν ὁποίαν θὰ ἔπαιρνεν αὕτη προῖκα, μὲ γειά της καὶ μὲ χαρά της. Ἀλλ᾽ ἐφέτος διὰ τελευταίαν φοράν, ἂς μείνῃ ἀκόμη πλησίον τῆς μητρός του. Θὰ ἦτο σκάνδαλον νὰ ἔφευγε.
Τὰ χαμαλιὰ* «τὰ κρυφὰ» τὰ εἶχαν φάγει ἤδη οἱ συμπέθεροι ὅλοι ― ὅσον τοὺς ἐπέτρεψε νὰ φάγουν ὁ ἴδιος ὁ γαμβρός. Διότι αὐτὸς ὁ γαμβρός, ὁ Βασίλης ὁ Μπόνος, ἅμα εἶδε τὸ ὡραῖον γανωμένον καὶ στίλβον σινίον γεμᾶτον ἀπὸ εὐώδη καὶ προκλητικά, λευκὰ καὶ ροδοκοκκινισμένα χαμαλιά, ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν ζώνην τὸν λάζον του, μακρὰν μάχαιραν τὴν ὁποίαν ἔφερε πάντοτε εἰς τὴν μέσην, καὶ καρφώσας διὰ μιᾶς τέσσαρα ἢ πέντε χαμαλιά, ἤρχισε νὰ τὰ καταβροχθίζῃ, κόπτων αὐτὰ μὲ τοὺς προσθίους ὀδόντας, ἁλωνίζων μὲ τὴν γλῶσσαν, καὶ παραπέμπων ἀμέσως εἰς τὸν οὐρανίσκον, χωρὶς νὰ τὰ μασᾷ μὲ τοὺς τραπεζίτας του.
Αἱ ἀδελφαί του καὶ οἱ γαμβροί του τὸν ἐπέπληξαν δι᾽ αὐτό, ἀλλ᾽ αὐτὸς δὲν ἐνόει τὰς παρατηρήσεις των. Αὐτὸς δὲν ἦτο ὁ γαμβρός; Δική του δὲν ἦτον ἡ νύμφη; Δικά του καὶ τὰ προικιά. Δικά του καὶ τὰ χαμαλιά, καὶ ὅλοι οἱ μπακλαβάδες καὶ ὅλα. Τὰ χαμαλιὰ μάλιστα τοιαύτην εἶχον συμβολικὴν ἔννοιαν. Διατί τὰ ἔλεγαν χαμαλιά; Ἐσήμαιναν τὰ ἄλλα χαϊμαλιά, τὰ περίαπτα. Ἦσαν φυλαχτικά, τὰ ὁποῖα τοῦ ἔστελνεν ἡ πενθερά του, διὰ νὰ μὴν τὸν ἰδῇ κακὸ μάτι, μὴν τύχῃ καὶ τὸν ἀβασκάνῃ κανείς.
Ἀλλὰ τὰ κρυφὰ χαμαλιὰ δὲν θὰ ἤρκουν, καὶ ἂν ἐπέτρεπεν ὁ γαμβρὸς νὰ τὰ φάγωσιν ὅλα οἱ συγγενεῖς. Τώρα, μὲ τὰ μβατίκια, ἦτον καιρὸς διὰ τὰ ἄλλα δῶρα τὰ ἐπίσημα. Καὶ τὰ συμπεθερικὰ δὲν θὰ ἐταιριάζοντο ποτέ, ἐὰν ἡ συμπεθέρα ἤθελε νὰ τοὺς τὸ «πάῃ καπότο»*, οἰκονομοῦσα μὲ τρόπον νὰ ἐγίνοντο τὰ μβατίκια ἀφ᾽ ἑσπέρας, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ὅτι δὲν θὰ ἐκουβαλοῦσε νέα πράγματα εἰς τὰς πέντε ἢ ἓξ οἰκίας τῶν στενωτέρων συγγενῶν τοῦ γαμβροῦ της, τοῦ Βασίλη.
Ἄλλως, τὰ φανερά, τὰ ἐπίσημα, ἐπήγαιναν μαζὶ μὲ τὰ μβατίκια, τὰ ὁποῖα ἦσαν, αὐτὸ τοῦτο, φανέρωσις καὶ ἐπισημοποίησις τοῦ ἀρραβῶνος, καὶ τὰ κρυφὰ οὐδὲν ἄλλο ἦσαν, εἰμὴ ἀναγκαῖον ἐφόδιον καὶ συμπλήρωμα τῆς τελετῆς τοῦ ἀρραβῶνος, τῆς νυκτὸς ἐκείνης, καθ᾽ ἣν εἶχε κατορθωθῆ τέλος, μετὰ πολλὰ βάσανα, «νὰ δέσουν πανδρειές»*.
*
* *
Ὤ! αὐτὲς οἱ πανδρειές! Πόσα φαρμάκια τὴν εἶχαν ποτίσει τὴν κυρα-Γαλάτσαινα, καὶ πῶς τῆς εἶχαν «ψήσει τὸ ψάρι στὰ χείλη». Κατόπιν ἀπὸ τὴν πρώτην προξενιάν, μετὰ πολλὰ λόγια καὶ «μαναφούκια»* καὶ σκάνδαλα, ὕστερον ἀπὸ πολλὰ ψὶ-ψὶ καὶ πολλὲς ἀβανιὲς καὶ κατηγορίες, ἀφοῦ ραδιοῦργα γύναια ἔβαζαν στὰ λόγια τὸν γαμβρὸν καὶ τὲς συμπεθέρες καὶ ἔψαλλαν πολλὰ ἀνάποδα ἐγκώμια ἐναντίον τῆς πενθερᾶς καὶ τῆς νύμφης, κατωρθώθη τέλος νὰ ὁρισθῇ ἡ ἑσπέρα τοῦ Σαββάτου, τῆς δευτέρας ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων, διὰ νὰ «δέσουν πανδρειές». Ἡ κυρα-Γαλάτσαινα ἐφύλαττεν ἄκραν μυστικότητα, ἀλλ᾽ ὅλη ἡ γειτονιὰ τὸ ἤξευρε, σχεδὸν σίγουρα. Εἰς τοὺς μαχαλάδες, καταλάβατε, εἰς τοὺς μικροὺς τόπους, ἡ μία γειτόνισσα εἶναι κατάσκοπος τῆς ἄλλης γειτόνισσας. Οἱ τοῖχοι ἀκροῶνται, τὰ παράθυρα βλέπουν, αἱ θύραι μυρίζονται, οἱ «πετεινοὶ» τῶν καπνοδόχων σείουν τὰς λοφιὰς μὲ τοιοῦτον τρόπον ὡς νὰ κατανεύουν τάχα ὅτι ἐνόησαν.
Τὴν ἑσπέραν τοῦ Σαββάτου, ἤναψεν ἡ κυρα-Γαλάτσαινα τὸ μέγα ὀκτάγωνον φανάρι, φανάρι καραβίσιο, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἀπὸ τὸν καιρὸν ποὺ εἶχε καράβι ὁ μακαρίτης ὁ ἄνδρας της. Εἶχον συνέλθει εἰς τὴν οἰκίαν της ὁ ἀδελφός της ὁ γερο-Λάζος, καὶ ἡ κυρα-Λάζαινα ἡ νύμφη της, καὶ ἡ Μπόζαινα ἡ ἀδελφή της, καὶ ὁ Μπόζας ὁ γαμβρός της. Οἱ τέσσαρες, καὶ αὐτή, ὅλοι πέντε, ἔκαμαν τρεῖς σταυρούς, κ᾽ ἐξεκίνησαν εἰς τὸ σκότος τῆς νυκτός.
Ἐὰν δὲν ἦσαν πέντε θὰ ἦσαν τρεῖς ἢ ἑπτὰ ἢ ἐννέα. Μονὸς ἀριθμὸς πρέπει νὰ εἶναι οἱ συγγενεῖς τῆς νύμφης, ὅσοι θὰ ὑπάγουν ν᾽ ἀνταλλάξουν ἀρραβῶνα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ γαμβροῦ, ὄχι ποτὲ ζυγὸς ἀριθμός. Ἀγνοῶ τὸν λόγον, καὶ πολλοὶ τὸν ἀγνοοῦσι, κατὰ τὸν στίχον τοῦ ἀειμνήστου Παπαρρηγοπούλου.
Ἔκαμνε ψῦχος καὶ ἦτο ἐλαφρὰ χιονιά. Ἐπροπορεύετο ὁ Μπόζας κρατῶν τὸ φανάρι, δευτέρα ἤρχετο ἡ κυρα-Γαλάτσαινα φέρουσα τὸν δίσκον μὲ τὰ γλυκά, πέντε κοῦπες τὸ ὅλον, ἀπὸ κυδώνιον καὶ μύγδαλον καὶ μαστίχαν. Τρίτος ἤρχετο ὁ γερο-Λάζος, κατόπιν ἡ Λαζίτσα ἡ σύζυγός του, καὶ τελευταία ἡ Μπόζαινα.
Ἦτο δεκάτη ὥρα, καὶ ἦτο ἐλπὶς ὅτι εἶχον ἀποκοιμηθῆ ὅλοι οἱ γείτονες. Ἀλλὰ μόλις κατέβησαν εἰς τὸ σοκάκι, καὶ πάραυτα ἠκούσθη ἐλαφρὸς τριγμὸς παραθύρου ὑπανοιγομένου. Ἡ γειτόνισσα ἡ Μαριὼ ἡ Μπαλωματοὺ ὑπώπτευε δι᾽ ὅλης τῆς ἡμέρας ὅτι ἔμελλε τὴν ἑσπέραν ἐκείνην νὰ γίνῃ ὁ ἀρραβὼν τῆς Μυρσούδας τῆς κυρα-Γαλάτσαινας. Αἱ ὑποψίαι της ἐκρατύνθησαν πολὺ ὅταν, ἀφοῦ ἐνύκτωσεν, ἤκουσε καὶ ᾐσθάνθη τὸν γερο-Λάζον μὲ τὴν συμβίαν του, καὶ τὸν Μπόζαν μὲ τὴν φαμίλιαν* του, ἀνερχομένους εἰς τὴν οἰκίαν τῆς χήρας τοῦ Κασσανδριανοῦ. Ἐπιθυμοῦσα νὰ βεβαιωθῇ, δὲν ἐπλάγιασε, μόνον ἔμεινεν ἕως τὰς δέκα παραμονεύουσα, ἑωσοῦ εἶδε τὰ πέντε ἄτομα μὲ τὸ φανάρι ἐξερχόμενα εἰς νυκτερινὴν ἐκδρομήν. Τότε δὲν τῆς ἔμεινε πλέον ἀμφιβολία, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν, ἐνῷ ὁ γαμβρὸς θὰ ἐτραγάνιζε, καρφώνων μὲ τὴν μακρὰν μάχαιράν του, τὰ κρυφὰ τὰ χαμαλιά, αὐτὴ θὰ διηγεῖτο τὸ πρᾶγμα εἰς ὅλην τὴν γειτονιάν. [...........]

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ=>Τὰ Συχαρίκια (1894)

ΠΗΓΗ:
 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1984
Σελ. 29-38
 

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!

VIII

Εκεί που στριμώχνεσαι στο λεωφορείο επιστρέφοντας στο σπίτι
που γυρνάς από γραφείο σε γραφείο ζητώντας μια δουλειά
που επιχειρεί να σε ταπεινώσει ένας ψηλότερα ιστάμενος
που εκτοπίζεσαι από πειθήνιους νεοφερμένους
που χαίρεσαι για τα καλά λόγια που ειπώθηκαν για σένα
που θα ΄θελες ν΄ακούσεις κι άλλα κι ας μην τ΄ομολογείς
εκεί που πατάς γκάζι στα 180 με το καινούργιο σου αυτοκίνητο
που δεν τσιγγουνεύεσαι άλλο στα δώρα που προσφέρεις
που φλυαρείς, ψιλογκομενίζεις, πας να φρεσκάρεις τη φιγούρα σου
που ξάφνου μέσα στην επιπολαιότητα έχεις μιαν έκλαμψη ευφυΐας
εκεί που αρνιέσαι την υποχρεωτική κατάργηση της μοναξιάς
που δεν αποδέχεσαι την καθεστωτική επιβολή της ευτυχίας
που νιώθεις κυρίαρχος του παιχνιδιού ενώ είσαι χαμένος από χέρι
που βγαίνεις με σημάδια από τους λαβύρινθους της πολιτικής
εκεί που αγωνιάς για τ΄αποτελέσματα μιας αξονικής
που στενοχωριέσαι για τις αρρώστιες και μακρινών σου ανθρώπων
που ελπίζεις πως όλοι θα βγουν γεροί απ΄ το νοσοκομείο
εκεί που σταματάς τα πάντα  ενώ τρέχουνε οι προθεσμίες
που περνάς βδομάδες ψάχνοντας τη λέξη που ακριβώς χρειάζεται
ώσπου ένας άλλος μέσα σου σε απαλλάσσει, αναλαμβάνει να το κάνει
εκεί που λες όλα αυτά είναι αστεία μπρος στο κυνήγι του ψωμιού
κι  έπειτα βλέπεις ότι χωρίς τις λέξεις τίποτα δεν αποκτά υπόσταση...

Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.

Τίτος Πατρίκιος, "Σε βρίσκει η ποίηση". Εκδόσεις Κίχλη>

ΧΟΜΠΙ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ




Ονειρο στη σιδερώστρα

Tης Mαριάννας Tζιαντζή
Η Καθημερινή, 30 Ιανουαρίου 2012
«Μη σιδερώνετε, απλώς διπλώνετε τα ρούχα» μας συμβουλεύει ένα ραδιοφωνικό σποτάκι μιας ενημερωτικής εκστρατείας για την εξοικονόμηση ηλεκτρικής ενέργειας.
Με την επικείμενη αύξηση στα τιμολόγια της ΔΕΗ το σιδέρωμα γίνεται χόμπι πολυτελείας. Παραδόσεις δεκαετιών -ή μάλλον αιώνων- τινάζονται στον αέρα. «Δεν πειράζει αν τα ρούχα σας είναι παλιά και μπαλωμένα. Αρκεί να είναι καθαρά και σιδερωμένα» έλεγε κάποτε ο δάσκαλος, που το κοστουμάκι γυάλιζε από το πολύ σίδερο. Εκατομμύρια γυναίκες έχουν παλέψει για να πετύχουν την τέλεια τσάκιση στο παντελόνι, για να κάνουν το πουκάμισο με τον τριμμένο γιακά «να μιλάει». Το καλοσιδερωμένο ρούχο ήταν το τελευταίο οχυρό της αξιοπρέπειας των φτωχών - όχι όμως των εξαθλιωμένων.
Μέχρι χθες πολλές εργαζόμενες γυναίκες δεν σιδέρωναν γιατί δεν είχαν χρόνο, όμως σήμερα σε πολλά νοικοκυριά το σιδέρωμα αποφεύγεται για λόγους οικονομίας στο ρεύμα.
«Στο σπίτι μου η σιδερώστρα δεν κλείνει ποτέ» έλεγε παλιά μια πολύτεκνη φίλη, εννοώντας ότι πάντα την περίμενε ένα βουνό ρούχα για σίδερο. Αντί για «όνειρο στο κύμα», όνειρα στη σιδερώστρα.
«Δεν προλαβαίνω» θρηνούσε μια άλλη, «σήμερα έστειλα το παιδί στο σχολείο ασιδέρωτο». Μεγάλη ντροπή!
Μικροαστικός καθωσπρεπισμός, νοικοκυροσύνη, περηφάνια, καταπίεση των γυναικών, προσφορά και αγάπη: ίσως όλα μαζί, πλεγμένα στα νήματα του υφάσματος.
Το ασιδέρωτο ρούχο είναι ένα σημάδι εγκατάλειψης -τουλάχιστον για όσους το παρατηρούν. Πολλοί δεν δίνουν σημασία, ιδίως σήμερα με την κυριαρχία του φλις και των άλλων συνθετικών. Ομως το να κυκλοφορούμε «ασιδέρωτοι» δεν είναι πάντα δείγμα αντισυμβατικότητας.
Ακόμα και στα χρόνια του Μεσαίωνα είχαν γραφτεί ύμνοι για τις «μηχανές που απελευθερώνουν», λέει ένας σοφός ιστορικός. Τόνοι ανθρώπινου ιδρώτα έχουν ποτίσει τη γη πριν από το σιδερένιο άροτρο ή τη διάδοση του νερόμυλου, τόνοι γυναικείου ιδρώτα έχουν χυθεί πάνω από την «παπίτσα». Ετσι έλεγαν κάποτε στην Πελοπόννησο το σίδερο με κάρβουνα, που το χρησιμοποιούσαν ακόμα και στην Αθήνα των αρχών του ’60, όπως βλέπουμε στην ταινία «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα».
*************************************************************
 
 "Και πώς τα καταφέρνεις, αγάπη μου, με τις δουλειές του σπιτιού;"

*****************************************************************
Το ηλεκτρικό σίδερο ήταν μια μερική απελευθέρωση σε σύγκριση με εκείνο το βαρύ και δύσχρηστο αντικείμενο, ενώ σήμερα χάρη στο ατμοσίδερο και την πρέσα το σιδέρωμα ναι μεν παραμένει βαρετό και μονότονο, αλλά όχι τόσο χρονοβόρο και εξαντλητικό όπως παλιά.
Να όμως που η κρίση μάς αναγκάζει να απαρνηθούμε τις «μηχανές που απελευθερώνουν», τα φάρμακα που μας γιατρεύουν, το πετρέλαιο που μας ζεσταίνει, τον ίδιο τον πολιτισμό που μας απελευθερώνει. Επιστροφή στην ξυλόσομπα και στην «παπίτσα», στις πανανθρώπινες αξίες ή στη βαρβαρότητα της επιβίωσης;
Τσαλακωμένο και ασιδέρωτο φεύγει το 2012. Η παλιά φίλη κλείνει τη σιδερώστρα και εύχεται, με χρόνια με καιρούς, όταν τα παιδιά της θα έχουν βρει δουλειά ή θα έχουν γυρίσει από τα ξένα, να την ανοίξει πάλι.
 ΑΡΝΗΘΕΙΤΕ ΤΟ ΣΙΔΕΡΩΜΑ!
ΑΠΕΡΓΗΣΤΕ   ΕΝΟΣΩ ΤΟ ΣΙΔΕΡΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΥΤΟ!

Κυριακή, Δεκεμβρίου 30, 2012

ΟΙ ΜΑΡΙΝΕΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ


MARINA
By T.S. Eliot
 
(1888-1965)


First published September 25, 1930.

Numbered 29 in the series.

Drawings by E. McKnight Kauffer.

Numbered A17 in Gallup’s bibliography of Eliot’s works

***************

Quis hic locus, quae regio, quae mundi plaga?



What seas what shores what grey rocks and what islands

What water lapping the bow

And scent of pine and the woodthrush singing through the fog

What images return

O my daughter.


Those who sharpen the tooth of the dog, meaning

Death

Those who glitter with the glory of the hummingbird, meaning

Death

Those who sit in the sty of contentment, meaning

Death

Those who suffer the ecstasy of the animals, meaning

Death


Are become insubstantial, reduced by a wind,

A breath of pine, and the woodsong fog

By this grace dissolved in place


What is this face, less clear and clearer

The pulse in the arm, less strong and stronger—

Given or lent? more distant than stars and nearer than the eye

Whispers and small laughter between leaves and hurrying feet

Under sleep, where all the waters meet.


Bowsprit cracked with ice and paint cracked with heat.

I made this, I have forgotten

And remember.

The rigging weak and the canvas rotten

Between one June and another September.

Made this unknowing, half conscious, unknown, my own.

The garboard strake leaks, the seams need caulking.

This form, this face, this life

Living to live in a world of time beyond me; let me

Resign my life for this life, my speech for that unspoken,

The awakened, lips parted, the hope, the new ships.


What seas what shores what granite islands towards my timbers

And woodthrush calling through the fog

My daughter.



 *********************************************

ΜΑΡΙΝΑ
του Τ.Σ. Έλιοτ
[Σημ.Geront.: Ένα ποίημα συνειδητής απόσυρσης από τα εγκόσμια του πολυταξιδεμένου ευαίσθητου  και στοχαστικού διανοούμενου, που γνώρισε  από κοντά την υποκρισία και τη σκληρότητα του κόσμου των ισχυρών.]

 Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου
(Από το blog: http://poetrybookshop.wordpress.com)


Quis hic locus, quae regio, quae mundi plaga?



Ποιες θάλασσες ποιες ακτές ποια γκρίζα βράχια και ποια νησιά

Ποιο νερό γλείφοντας την πρώρα

Και ποιο άρωμα πεύκου κι η κίχλη τραγουδώντας μέσα απ’ την ομίχλη

Ποιες εικόνες επιστρέφουν

Ω κόρη μου εσύ.


Αυτοί που ακονίζουν το δόντι του σκύλου, εννοώντας

Θάνατο

Αυτοί που απαστράπτουν με τη δόξα του κολιμπριού, εννοώντας

Θάνατο

Αυτοί που κάθονται στο αχούρι της ικανοποίησης, εννοώντας

Θάνατο

Αυτοί που υποφέρουν την έκσταση των ζώων, εννοώντας

Θάνατο


Αυτοί εξαϋλώνονται, ελαττωμένοι από έναν άνεμο,

Μία του πεύκου αναπνοή, και την ομίχλη του δασώδους τραγουδιού

Από τη χάρη τούτη ξεθώριασαν επί τόπου


Ποιο είναι αυτό το πρόσωπο, ολοένα λιγότερο και λιγότερο καθαρό

Ο σφυγμός στο χέρι, ολοένα λιγότερο και λιγότερο δυνατός—

Δοσμένο ή δανεισμένο; περισσότερο μακρινό απ’ ότι τα αστέρια και πιο κοντά από ένα βλέμμα

Ψίθυροι και κρυφά γελάκια ανάμεσα στα φύλλα και επιταχύνοντας το βήμα

Στον ύπνο μέσα, εκεί που όλα τα νερά ενώνονται.



Πρόβολος σπασμένος με πάγο και μπογιά σκασμένη από τη ζέστα,

Εγώ το έκανα αυτό, το είχα ξεχάσει

Και το θυμάμαι.

Τα άρμενα αδύναμα και το καραβόπανο σάπιο

Ανάμεσα σε ένα Ιούνη και σ’ άλλο Σεπτέμβρη.

Αυτό το έκανα χωρίς να το ξέρω, μισοσυνείδητος, άγνωστος, εγώ ο ίδιος.

Των πιστρόφιων η σειρά μπάζει νερά, οι αρμοί χρειάζονται καλαφάτισμα.

Αυτό το σχήμα, αυτό το πρόσωπο, αυτή η ζωή

Ζώντας για να ζει σ’ ένα κόσμο του καιρού πέρα από μένα˙ ας

Παραιτηθώ απ’ τη ζωή μου γι’ αυτή τη ζωή, η λαλιά μου γι’ αυτό που δεν ειπώθηκε,

Αυτό που αφυπνίστηκε, χείλη μισανοιγμένα, την ελπίδα, τα νέα πλοία.



Ποιες θάλασσες ποιες ακτές ποια γρανιτένια νησιά μπροστά στα μαδέρια μου

Και η κίχλη καλώντας μέσα απ’ την ομίχλη

Κόρη μου.

 **************************************
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

 (1911-1996)

Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ (1)
[ Η περιπέτεια της ενηλικίωσης. Η  καθημερινότητα με τις γλυκόπικρες
στιγμές της προσφέρει τη δυνατότητα για βαθύτερη επικοινωνία με τον
εαυτό μας  και ουσιαστική κατανόηση του αντιφατικού κόσμου των ανθρώπων.
Η οδύνη από την απώλεια της αθωότητας μαλακώνει από τις πρωτόγνωρες
εμπειρίες που δοκιμάζουν οι αισθήσεις, αφημένες στη δίνη των παρορμήσεων.]



Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

- Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του
μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα
βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο
καλοκαίρι
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου


 ************************************
ΜΑΡΙΝΑ (2)
[Ερωτικό ποίημα  πλημμυρισμένο από φυσικά σύμβολα
που θυμίζουν έντονα ερωτικά  δημοτικά τραγούδι.
Ο λυρικός λόγος του Ελύτη δένει ιδανικά με τη μουσική
του πλωθωρικού σε ηχοχρώματα  Θεοδωράκη 
και αναδεικνύεται υπέροχα από την ανεπανάληπτη ερμηνεία 
της (πρώτης διδαξάσης το άσμα) Ντόρας Γιαννακοπούλου
  

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΕΚΤΗ

To πάθος του συλλέκτη:

 Αποχαιρετισμός στον Μάνο Χαριτάτο


του Γιάννη Παπαθεοδώρου
Πηγή: Ενθέματα Αυγής
(30-12-2012)
mxΔεν θυμάμαι τη χρονιά. Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’90 πέρασα την πόρτα του ΕΛΙΑ, με αποστολή να τσεκάρω μερικά έντυπα που λείπανε από τα ΑΣΚΙ. Ο Φίλιππος Ηλιού είχε προλάβει βέβαια να κάνει τις συστάσεις στον Μάνο Χαριτάτο με τον γνώριμο παιγνιώδη τρόπο του. «Αυτός είναι από την Πάτρα αλλά θέλει να γίνει Αιγυπτιώτης και διάλεξε για θέμα διατριβής τον Τσίρκα». Κοιτώντας με διερευνητικά, πάνω από τα γυαλιά που τα στερέωνε πάντα στην άκρη της μύτης, ο Μάνος «έσπασε τον πάγο» με την πρώτη ερώτηση: «Για να έχεις κράνος μαζί σου, πρέπει να οδηγείς και μηχανή. Τι μηχανή έχεις;». Κάπως έτσι άρχισε η πρώτη συζήτηση με έναν από τους πιο συναρπαστικούς ανθρώπους που γνώρισα στη ζωή μου.
Λίγες βδομάδες μετά, άρχισα να καταλαβαίνω πως, για τον Μάνο, το ΕΛΙΑ δεν ήταν απλώς μια δουλειά αλλά το κινητήριο πάθος μιας ζωής εξαρτημένης από τη «γεύση του αρχείου». Ένα βράδυ, μετά την αποδελτίωση, του είπα ειρωνικά: «Καλά μόνο αυτές είναι οι συλλογές που έχεις;». Με ανέβασε αμέσως στη μηχανή του και άρχισε την ξενάγηση στα «κρυφά» διαμερίσματα της Αθήνας. Μετά από ώρα, βρεθήκαμε στο Παγκράτι μπροστά σε μια βιτρίνα από παιδικά παιχνίδια. Στρατιωτάκια ντυμένα με στολές του Μπάκιγχαμ, μέσα σε θαμπές βιτρίνες. «Αστικά κατάλοιπα;» τον ρώτησα. «Ναι αλλά κάπου εδώ έχω και παράνομο αριστερό τύπο», μου απάντησε με ένα χαμόγελο μικρού παιδιού που ξέρει να ξεγλιστράει — πάντα «από τα αριστερά». (περισσότερα…)

ΛΙΓΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΧΑΛΑΡΩΣΗΣ



Περίφημοι πίνακες  της εποχής που συνδέει 
το ύστερο μπαρόκ , το ροκοκό και τον νεοκλασικισμό του 18ου αιώνα.Αφεθείτε στη μαγεία των χρωμάτων και των ήχων και ξεχάστε για λίγο τις επερχόμενες "μνημονιακές μας υποχρεώσεις"...

Η μουσική που τους συνοδεύει είναι από τη  σύνθεση  για μπαλέτο του Μπετόβεν (1770-1827) «Τα έργα  του Προμηθέα»  και η ερμηνεία της  από τη Συμφωνική Ορχήστρα της Μελβούρνης. 

ΤΙ ΕΝΝΟΕΙ Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ;

"Στουρνάρας: Καμία φορολογική αμνηστία σε όσους έβγαλαν τα χρήματά τους  στο εξωτερικό!"

********************

-Ο υπουργός θέλει να πει: 

"Όχι στην αμνηστία , Ναι στην αμνησία!",

όπως δηλαδή έκαναν οι προκάτοχοί του επί δεκάδες χρόνια

******************

ΤΟ 2013 ΠΡΟ ΤΩΝ ΠΥΛΩΝ...


"Αν  αυτή η δουλειά σε γερνάει τόσο γρήγορα,
γίνεται  να την αποφύγω, παππού;"
***********************************
*******************